Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)

11218978_10208216564431321_8858854519189147318_n

Toυ Νικόλαου Παππά, εκπαιδευτή Ελληνικής Πολεμικής Αγωγής του Παμμάχου, Κοινωνικού Λειτουργού, Εκπαιδευτή Ενηλίκων, M.Ed.Εκπαίδευση Ενηλίκων-Ε.Α.Π.

Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)[1]
Μετά την πτώση του Όθωνα, τον Δεκέμβριο 1862, εισάγεται με ψήφισμα της προσωρινής κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη η γυμναστική στα γυμνάσια και η οπλασκία στο Πανεπιστήμιο[21]. Με το ίδιο ψήφισμα, δημιουργείται η Πανεπιστημιακή Φάλαγγα, ένοπλο σώμα φοιτητών που διοικούνταν από τους καθηγητές του Πανεπιστημίου και ήταν επιφορτισμένο με την τήρηση της τάξης στην πρωτεύουσα [22]. Είναι χαρακτηριστικό το σκεπτικό που αιτιολογούσε το ψήφισμα του 1862: “θέλοντες να θεραπεύσωμεν την μεγίστην βλάβην της σπουδαζούσης νεολαίας, ην κατεδίκασε το παρελθόν να διάγη βίον αντίθετον προς τον προορισμόν του ελευθέρου πολίτου και επιβλαβή εις τας σπουδάς του μαθητού”. Ένα χρόνο αργότερα, ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, σε λόγο του προς την Εθνοσυνέλευση, απέδωσε την παραμέληση της σωματικής αγωγής σε εσκεμμένη ενέργεια του απολυταρχικού καθεστώτος σε βάρος της νεολαίας και του ελληνικού λαού, εφόσον οι νέοι θα έφτιαχναν ακριβώς τη δύναμη και την αλκή του έθνους[23]. Σύμφωνα με το ψήφισμα του 1862, ως διδάσκαλοι της γυμναστικής, ελλείψει εξειδικευμένων, ορίζονται υπαξιωματικοί και στρατιώτες του σώματος των πυροσβεστών. Η γυμναστική εκπαίδευση συνοδεύεται από αγώνες και αυτό παραπέμπει τόσο στα αρχαιοελληνικά όσο και στα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Προβλέπεται συνεπώς ετήσιος αγώνας της γυμναστικής, όπου θα απονέμονται έπαθλα στους νικητές, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται το είδος ή η αξία τους. Δεν έχουμε πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα αυτής της εκπαίδευσης[24] ή για το αν έγιναν ποτέ αυτοί οι αγώνες. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αγώνες δεν έγιναν εφόσον ούτε το διάταγμα που θα προσδιόριζε τον κανονισμό της διεξαγωγής τους φαίνεται να εκδόθηκε ποτέ ούτε στη σχετική βιβλιογραφία υπάρχει κάποια ένδειξη. Ωστόσο, οι μαθητές των γυμνασίων έχουν τη δυνατότητα να γυμνάζονται, χάρη στη λειτουργία του δημόσιου γυμναστηρίου, του οποίου δημοσιεύεται ο κανονισμός το 1868. Δυνατότητα χρήσης του γυμναστηρίου έχουν επίσης οι μαθητές του Ελληνικού σχολείου και του Πανεπιστημίου. Ο χαρακτήρας της σωματικής άσκησης είναι ήπιος και δε συνδέεται άμεσα με τη στρατιωτική προετοιμασία. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από το άρθρο του κανονισμού που αποκλείει τις “λίαν αθλητικές” και τις “βίαιες εν γένει και επικίνδυνες ασκήσεις”[25].
ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Το 1871 ωστόσο εισήχθησαν υποχρεωτικά οι στρατιωτικές ασκήσεις στα γυμνάσια και στα Ελληνικά σχολεία για τους μαθητές άνω των 14 ετών και η διδασκαλία τους ανατέθηκε στους ανθυπασπιστές του στρατού. Η στρατιωτική άσκηση θεωρείται, σύμφωνα με το αντίστοιχο βασιλικό διάταγμα, ως το απαραίτητο συμπλήρωμα της πνευματικής ανάπτυξης για την ανατροφή ελεύθερων πολιτών, χρήσιμων στην πατρίδα[26]. Κορύφωση της επιβολής στρατιωτικού χαρακτήρα στην εκπαίδευση αποτελεί αναμφίβολα ο “Στρατιωτικός κανονισμός των μαθητών των γυμνασίων του κράτους”, το 1876, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα γυμνάσια αποτελούν σώματα “στρατιωτικώς συντεταγμένα”. Οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι να φορούν στολή καθ’ όλη τη διάρκεια της μαθητείας τους και υπάγονται σε κανόνες αυστηρής πειθαρχίας στη συμπεριφορά τους εντός και εκτός σχολείου[27]. Για μια ακόμη φορά ωστόσο, μεγάλη απόσταση χώριζε το γράμμα του νόμου από την εφαρμογή του. Ένα μόλις χρόνο μετά, το 1877, διακόπτονται οι στρατιωτικές ασκήσεις “της καταστάσεως του στρατού μη επιτρεπούσης ν’ αποσπώνται δι’ αυτάς αξιωματικοί και υπαξιωματικοί”[28]. Συνεπώς, παρά τη λεπτομερή νομοθεσία, στην πραγματικότητα οι στρατιωτικές ασκήσεις δεν εισήχθησαν στη μέση εκπαίδευση ή, πάντως, η εισαγωγή τους υπήρξε ατελής και ατελέσφορη. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τη γυμναστική, για την οποία απουσιάζει κάθε νομοθεσία μετά το 1862. Το 1880 ωστόσο, επί κυβερνήσεως Χ. Τρικούπη, δημοσιεύεται διάταγμα που ορίζει την υποχρεωτική διδασκαλία της γυμναστικής στα γυμνάσια, την οποία αναθέτει σε γυμναστές που έχουν εκπαιδευθεί στο δημόσιο Κεντρικό Γυμναστήριο ή σε αλλά δημόσια γυμναστήρια καθώς και σε πυροσβέστες[29]. Το διάταγμα αυτό συμπληρώνεται στην ουσία από το διάταγμα “Περί γυμναστηρίων”, που δημοσιεύεται το 1882, το οποίο προβλέπει την ίδρυση γυμναστηρίου σε κάθε γυμνάσιο για την άσκηση των μαθητών[30], προσδιορίζει τη διδασκαλία της γυμναστικής σε τρεις ώρες την εβδομάδα και εξισώνει βαθμολογικά τη γυμναστική με τα δευτερεύοντα μαθήματα[31]. Την επόμενη χρονιά εξάλλου επιβάλλεται η υποχρεωτική σωματική άσκηση και στους μαθητές των Ελληνικών σχολείων[32]. Η σειρά αυτών των μέτρων φαίνεται πως αποφέρει κάποια αποτελέσματα, έστω και βραχυπρόθεσμα, εφόσον την 15 Μαΐου 1883 έγινε στο Κεντρικό Γυμναστήριο η πρώτη γυμναστική σχολική επίδειξη με συμμετοχή των Α’ και Γ ‘ γυμνασίων, του Α’ Ελληνικού σχολείου και του Διδασκαλείου, την οποία παρακολούθησαν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός παιδείας[33]. Με το νόμο ,ΑΡΙΘ’ του 1883 εισάγονται και πάλι υποχρεωτικά οι στρατιωτικές ασκήσεις, οι οποίες, σύμφωνα με το πρόγραμμα του 1884, ορίζονται να γίνονται στις δύο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου ανά τρεις ώρες την εβδομάδα[34]. Η εφαρμογή του μέτρου προσκρούει αυτή τη φορά στην ανταπόκριση των μαθητών. Με εγκύκλιο προς τους γυμνασιάρχες το υπουργείο των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως, τον Απρίλιο 1884, επισημαίνει την “ελλιπεστάτην φοίτησιν” των μαθητών στη στρατιωτική εκπαίδευση[35]. Αλλά και οι Οδηγίες για τη διδασκαλία των στρατιωτικών ασκήσεων που αποστέλλονται στις στρατιωτικές αρχές λίγους μήνες αργότερα αποκαλύπτουν ότι “αι ανάγκαι της στρατιωτικής υπηρεσίας και ο ανεπαρκής αριθμός των υπαρχόντων ανθυπασπιστών του πεζικού δεν επιτρέπουσι τον διορισμόν ανθυπασπιστών ως προγυμναστών” στα γυμνάσια και αντ’ αυτών θα διορίζονται ανθυπολοχαγοί[36]. Η νομοθεσία της κυβέρνησης Τρικούπη για τη στρατιωτική εκπαίδευση, που παρουσιάζεται πυκνή στα χρόνια 1883-1884, ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση του Στρατιωτικού Κανονισμού των μαθητών των γυμνασίων[37] που είναι αντίστοιχος με τον Στρατιωτικό Κανονισμό του 1876. Η επιβολή της στρατιωτικής προετοιμασίας αντί για τη γυμναστική στα σχολεία γνώρισε κριτική και αντιδράσεις. Ο Ι. Χρυσάφης, πολύ αργότερα, θα αποδώσει αυτή την επιλογή σε “προχείρους πατριώτας”[38], οι οποίοι θέλησαν να μιμηθούν το γαλλικό παράδειγμα των σχολικών ταγμάτων, που εισάγεται στη Γαλλία μετά την ήττα της στο γαλλογερμανικό πόλεμο και στο πλαίσιο της πολιτικής της Revanche[39]. Ο απόηχος του γαλλογερμανικού πολέμου είναι πράγματι αισθητός στην Ελλάδα, τουλάχιστον στο λόγο περί εκπαιδεύσεως που διατυπώνεται αμέσως μετά. Το 1876 ο Ι. Αργυριάδης, επιθεωρητής των γυμνασίων και Ελληνικών σχολείων της Αθήνας, επικρίνοντας κι αυτός τη στρατιωτική εκπαίδευση, επισημαίνει ότι η γυμναστική αρκεί για τη στρατιωτική προετοιμασία των μαθητών ενώ οι στρατιωτικές ασκήσεις είναι “λίαν επιβλαβείς”: “Και τί άλλο διά της εις τα σχολεία εισαγωγής της γυμναστικής και της των σωμάτων ασκήσεως […] τί άλλο σκοπείται, ή η προπαρασκευή εις την μετά ταύτα ειδικωτέραν στρατιωτικήν και εν όπλοις άσκησιν, ώσπερ τούτο εν τοις πρωσσικοίς μάλιστα σχολείοις επιτυγχάνεται;”[40]. Οι απόψεις λοιπόν, κυρίως παιδαγωγών και γυμναστών, που υποστηρίζουν ότι με την εκπαίδευση πρέπει να επιδιώκεται η αρμονική ανάπτυξη σώματος και πνεύματος κατά το αρχαίο πρότυπο αλλά και τις νεότερες παιδαγωγικές αντιλήψεις[41], είναι συχνά ανταγωνιστικές προς εκείνες που συνδέουν τη γυμναστική με τη στρατιωτική προετοιμασία. Η στρατιωτική προετοιμασία αποτελούσε ωστόσο τον απώτερο στόχο της σωματικής άσκησης σε ολόκληρη την Ευρώπη είτε άμεσα, μέσω των στρατιωτικών ασκήσεων, είτε έμμεσα, μέσω της γυμναστικής και των σπορ. Έτσι, στα αγγλικά public schools η καλλιέργεια των σπορ δεν στόχευε μόνο στη διαμόρφωση εύρωστων ανδρών της ανώτερης τάξης αλλά και στην προετοιμασία των αξιωματικών που θα δόξαζαν “το έθνος και την Αυτοκρατορία”[42]. Σαφέστεροι είναι οι στόχοι της γερμανικής Turnbewegung, η οποία την περίοδο εκείνη (κυρίως μετά το 1880) έχει προσλάβει αποκλειστικά συντηρητικά χαρακτηριστικά και διαβρώνεται από τον αντισημιτισμό. Το γυμναστικό κίνημα του Spiess που προωθείται από το πρωσικό κράτος προτείνει τις Ordnungsübungen, δηλ. ασκήσεις έτσι σχεδιασμένες ώστε να προωθούν τη συνήθεια της αυτόματης υπακοής[43]. Εντούτοις, η πιο καθαρή σύνδεση φυσικής αγωγής και στρατιωτικής προετοιμασίας παρατηρείται στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο αποτέλεσε και το πρότυπο για την μετά το 1880 σχετική νομοθεσία στην Ελλάδα[44]. Ο θεσμός των “σχολικών ταγμάτων” νομοθετήθηκε το 1882 στη Γαλλία για να σβήσει άδοξα δέκα χρόνια αργότερα. Ήταν ένα “πατριωτικό λάθος”, σύμφωνα με την αναδρομική εκτίμηση ενός υποστηρικτή των σπορ[45]. Για την περίοδο 1871-1914 πάντως, στη Γαλλία δεν υπήρχαν αμφιβολίες ως προς τη χρησιμότητα της σωματικής άσκησης. Περιλαμβάνοντας, εκτός από την καθεαυτό γυμναστική, και ασκήσεις σκοποβολής καθώς και στρατιωτικές ασκήσεις, η σχολική γυμναστική εκπαίδευση αποσκοπούσε στη “βελτίωση των ιδανικών ιδιοτήτων που ήθελαν να αναπτύξει ο μαχόμενος στρατιώτης”[46]. Ο μυώδης, καλοσχηματισμένος άνδρας, έτοιμος να υπερασπιστεί την πατρίδα του, αποτελεί στην καμπή του 19ου αιώνα το νέο πρότυπο που αντικαθιστά προοδευτικά το ρομαντικό πρότυπο του χλωμού, φιλάσθενου και πνευματικά καλλιεργημένου νέου. “Το κίτρινον χρώμα του προσώπου επεζητείτο ως προκαλούν την συμπάθειαν […] Η ζωή δεν έπρεπε να είνε περισσή και αλλοίμονον, αν το ροδαλόν χρώμα ή η καλή σωματική συγκρότησις επρόδιδαν την περίσσειάν της. Αντελαμβάνετο αμέσως κανείς ότι πρόκειται περί ατόμου αγροίκου, το οποίον δεν δύναται να αισθανθή τίποτα από ασπασμούς των αγγέλων προς τα άστρα”[47].
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΤΩΝ
Το 1884 αποτελεί πράγματι σημαντικό σταθμό για τη διδασκαλία της γυμναστικής, εφόσον αφενός ιδρύεται Σχολή Γυμναστών προορισμένη να παράγει εξειδικευμένους πλέον δασκάλους και αφετέρου αναγράφεται οριστικά η γυμναστική στο πρόγραμμα μαθημάτων του Ελληνικού σχολείου και των δύο κατώτερων τάξεων του γυμνασίου (3 ώρες την εβδομάδα)[48]. Η εισαγωγή της γυμναστικής ως υποχρεωτικού μαθήματος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το 1880 απαιτούσε, όπως είναι προφανές, την ύπαρξη εξειδικευμένου διδακτικού προσωπικού που θα μπορούσε να τη διδάξει. Το έργο αυτό δε θα μπορούσαν να ασκήσουν ούτε οι πυροσβέστες ούτε οι αξιωματικοί του στρατού, όπως είχε γίνει στο παρελθόν. Έτσι, το 1882 αφενός και το 1884 αφετέρου θα λειτουργήσουν δύο τεσσαρακονθήμερες σχολές γυμναστών: η πρώτη λειτούργησε ανεπίσημα υπό την εποπτεία του Ι. Φωκιανού και με εκπαιδευτή τον οπλοδιδάσκαλο Ν. Πύργο· η δεύτερη ιδρύθηκε με το διάταγμα της 9 Ιουνίου 1884 με διευθυντή και διδάσκαλο τον Ι. Φωκιανό[49]. Στα χρόνια εκείνα σχηματίσθηκε και ο πρώτος πυρήνας γυμναστών, που θα στελεχώσουν αργότερα σχολές και σωματεία. Φαίνεται πάντως ότι ο γυμναστής δεν έχαιρε κοινωνικής αναγνώρισης αλλά και ούτε αποτελούσε ακόμη διακεκριμένη επαγγελματική κατηγορία.
12074620_10208216564471322_6194224541531984927_n
“Ο είς γυμναστής μετά τον άλλον ετρέποντο εις επαγγέλματα μάλλον προσοδοφόρα και αξιοπρεπέστερα κατά την κοινήν αντίληψιν”[50]. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Θ. Δηλιγιάννη, συνεχίζεται το ενδιαφέρον για τη στρατιωτική προετοιμασία των μαθητών με νέα νομοθετήματα. Το νέο στοιχείο που εντοπίζεται τώρα είναι η παιδαγωγική μέριμνα για τους μαθητές που ασκούνται στις στρατιωτικές ασκήσεις. Το γεγονός ότι η στρατιωτική εκπαίδευση παρέχεται από αξιωματικούς, οι οποίοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τις παιδαγωγικές αρχές της επιβολής της τιμωρίας και της διαμορφωτικής επίδρασης του εκπαιδευτικού έργου, επισημαίνεται από εγκύκλιο του υπουργού Α. Ζυγομαλά προς τους γυμνασιάρχες. Οι γυμνασιάρχες ορίζονται συνεπώς υπεύθυνοι για τον έλεγχο της συμπεριφοράς των αξιωματικών απέναντι στους μαθητές ώστε να μην υπερβαίνουν το δίκαιο και το μέτρο κατά την επιβολή των τιμωριών, να μεταχειρίζονται γλώσσα ευπρεπή και να τηρούν στάση αξιοπρεπή[51]. Οι ελλείψεις του στρατού επιβάλλουν ωστόσο την αναβολή των στρατιωτικών ασκήσεων στα γυμνάσια που βρίσκονται εκτός Αθηνών[52]. Οι στρατιωτικές ασκήσεις θα καταργηθούν οριστικά το 1893. Στο επίπεδο των προθέσεων, η βούληση για καθιέρωση της διδασκαλίας της γυμναστικής μοιάζει να είναι πλέον κοινός τόπος. Το 1889 ο υπουργός παιδείας της νέας κυβέρνησης Τρικούπη, Γ. Θεοτόκης, υποβάλλει νομοσχέδια στη Βουλή με τα οποία εισάγεται η γυμναστική και στο δημοτικό σχολείο: “η διδασκαλία αυτής άρχεται από της πρώτης ημέρας της εις το σχολείον φοιτήσεως των μικρών Ελληνοπαίδων και αποτελευτά την τελευταίαν της απ’ αυτού αποφοιτήσεως αυτών”. Σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα για το εξατάξιο δημοτικό, η γυμναστική κάλυπτε 24 ώρες την εβδομάδα (4 ώρες σε κάθε τάξη), καταλαμβάνοντας τη δεύτερη ως προς τον αριθμό των διδακτικών ωρών θέση μετά τα ελληνικά[53]. Συντάκτης των νομοσχεδίων ήταν ο Χαρίσιος Παπαμάρκος, αλλά τα νομοσχέδια δεν ψηφίστηκαν. Οι πολλαπλές ανεπάρκειες και δυσλειτουργίες στο χώρο της εκπαίδευσης δεν ευνοούσαν την ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους του κράτους για την εκπαίδευση γυμναστών. Αντίθετα, ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος -προφανώς λόγω της προεδρίας του Ι. Φωκιανού, ο οποίος στο παρελθόν είχε αναλάβει παρόμοιο έργο- ίδρυσε το 1891 σχολή γυμναστών και σχολή γυμναστριών. Η φοίτηση στη μεν πρώτη διαρκεί ένα σχολικό έτος (1 Οκτωβρίου έως 1 Ιουλίου), στη δε δεύτερη ένα εξάμηνο (1 Φεβρουαρίου έως 10 Αυγούστου). Στη σχολή γυμναστών διδάσκονται ιστορία της γυμναστικής, παιδαγωγία της γυμναστικής, πειραματική φυσική, υγιεινή, στοιχεία ανατομίας και φυσιολογίας, στοιχειώδεις θεωρητικές γνώσεις περί κολυμβητικής, όλα τα είδη των γυμναστικών ασκήσεων και κολύμβηση, ξιφασκία, περιγραφή των διαφόρων γυμναστικών οργάνων και φωνητική μουσική[54]. Στη σχολή γυμναστριών προσφέρονται λιγότερες γνώσεις με έμφαση στη ρυθμική γυμναστική, η οποία θεωρείται προφανώς ότι αρμόζει περισσότερο στη γυναικεία εκπαίδευση55. Η σχολή γυμναστριών λειτούργησε ως το Νοέμβριο 1891 και φοίτησαν σ’ αυτήν περί τις 40 μαθήτριες από τις οποίες πήραν το δίπλωμα της γυμνάστριας [34] [56]. Η άσκηση των μαθητριών γινόταν σε μια από τις αίθουσες του Ζαππείου[57]. Η λειτουργία της σχολής διακόπηκε προσωρινά για να επαναληφθεί τον Φεβρουάριο 1893 με ανωτάτη επόπτρια την Αικ. Λασκαρίδου και διευθύντρια την Κατίνα Αθανασίου[58]. Αντίθετα, η σχολή γυμναστών δε λειτούργησε. Το κενό της εκπαίδευσης γυμναστών κάλυπτε στην ουσία το Δημόσιο Κεντρικό Γυμναστήριο, παρόλο που δεν είχε επισήμως παρόμοια δικαιοδοσία. Μετά το 1880, οι γυμναστές που διορίστηκαν σε κάποια γυμνάσια, σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, είχαν εκπαιδευτεί στο Δημόσιο Γυμναστήριο, το οποίο δραστηριοποιείται εκείνη την εποχή και σε άλλους τομείς, εφόσον το 1889 διοργάνωσε και γυμναστικούς αγώνες. Η δραστηριοποίηση των αθλητικών σωματείων στο χώρο της σχολικής γυμναστικής και, ευρύτερα, της σωματικής άσκησης των μαθητών αποκαλύπτεται και μέσω μιας σειράς άλλων πρωτοβουλιών, οι οποίες άλλοτε καρποφορούν και άλλοτε παραμένουν στο επίπεδο των προθέσεων. Ο Πανελλήνιος, για παράδειγμα, αποφάσισε την ίδρυση “Κήπου των Παίδων”, δηλαδή γυμναστηρίου για παιδιά ηλικίας μέχρι 15 ετών και “Γυμναστηρίου Θηλέων”, αλλά η απόφαση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε[59]. Ο Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος, που ιδρύθηκε το 1893, έθεσε ως πρώτο στόχο του τη “σωματικήν ανάπτυξιν της ελληνικής νεολαίας” και οργάνωσε το 1898 τους πρώτους παιδοεφηβικούς αγώνες. Παιδοεφηβικούς αγώνες τελεί σταθερά κάθε χρόνο άλλωστε και ο Πανελλήνιος[60].
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΥΤΑΞΙΑ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γυμναστική φανερώνει το έργο του Αθ. Ευταξία, όταν διηύθυνε το υπουργείο παιδείας61. Το 1893, όταν αναλαμβάνει για πρώτη φορά το υπουργείο, ο Αθ. Ευταξίας ιδρύει “ειδική γυμναστική σχολή” όπου η φοίτηση διαρκεί ενάμισι χρόνο και μπορούν να εγγραφούν απόφοιτοι του διδασκαλείου ή του γυμνασίου ηλικίας 20 έως 26 ετών[62]. Η σχολή λειτούργησε τα χρόνια 1897-1899, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία, κυρίως λόγω του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και της έλλειψης θεωρητικής μόρφωσης των μαθητών της[63]. Στη σχολή, εκτός από θεωρητικά μαθήματα (ιστορία και παιδαγωγία της γυμναστικής, ανατομία, φυσιολογία και υγιεινή κ.ά.), διδάσκονταν επίσης: “ανόργανος και διά κινητών οργάνων γυμναστική”, “γυμναστική επί ακινήτων οργάνων”, “αθλητικαί ασκήσεις”, “επιχώριοι και ξέναι παιδιαί”, “οπλομαχητική”, “στρατιωτικαί ασκήσεις και βολή”, “πορείαι, κολυμβητική και κωπηλασία”. Η επιλογή των αθλημάτων φαίνεται να παρακολουθεί με συνέπεια τις δραστηριότητες των αθλητικών σωματείων τα οποία δρουν την ίδια εποχή στον ελλαδικό χώρο. Πράγματι, τα αθλήματα που περιλαμβάνονται κατεξοχήν στις δραστηριότητες των σωματείων τότε είναι η γυμναστική, ο κλασικός αθλητισμός, η σκοποβολή, η πεζοπορία, η κολύμβηση[64]. Για πρώτη φορά εξάλλου το 1898 εκδηλώνεται το κρατικό ενδιαφέρον για τη γυναικεία γυμναστική. Σύμφωνα με το διάταγμα της 30 Μαΐου 1898 “περί εξετάσεως υποψηφίων γυμναστριών”, το υπουργείο των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως χορηγεί δίπλωμα γυμνάστριας σε πτυχιούχους δασκάλες ή μαθήτριες του διδασκαλείου θηλέων[65], εφόσον εξετάζονταν επιτυχώς σε συναφή θεωρητικά μαθήματα καθώς και στην ανόργανη και ενόργανη γυμναστική και στη διδασκαλία παιχνιδιών και ασκήσεων σε μικρές μαθήτριες66. Από το 1897 την εκπαίδευση γυμναστριών είχε αναλάβει το εκπαιδευτικό τμήμα της Ενώσεως Ελληνίδων, δημιουργώντας μια τάξη με θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα για τις υποψήφιες γυμνάστριες[67] και καλύπτοντας έτσι το σημαντικό κενό ως προς τη γυμναστική εκπαίδευση των κοριτσιών. Από το 1902 εισήγαγε μάλιστα το σουηδικό γυμναστικό σύστημα και ίδρυσε πλήρες γυμναστήριο σύμφωνα με το σουηδικό πρότυπο. Το σουηδικό σύστημα για την εκπαίδευση των μαθητριών του θα εισαγάγει από το 1904 και το Αρσάκειο Παρθεναγωγείο[68]. Συνεπώς, η κρατική μέριμνα για την επιβολή της σωματικής άσκησης στα σχολεία ακολουθεί στην ουσία την ιδιωτική πρωτοβουλία, όπως εκδηλώνεται μέσα από τις δραστηριότητες των φιλεκπαιδευτικών και των αθλητικών σωματείων αλλά και των ιδιωτικών σχολείων[69]. Ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, που από τη στιγμή της ίδρυσής του συνδύασε τη δράση του με εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό έργο, οργάνωσε το 1898 σχολικούς αγώνες, όπου έλαβαν μέρος όλα τα δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια μέσης και δημοτικής εκπαιδεύσεως της Αθήνας και του Πειραιά. “Αι χιλιάδες των μαθητών των ρηθέντων εκπαιδευτηρίων”, αναφέρεται στην Επετηρίδα του Π.Γ.Σ., “εξετέλεσαν εν συναγωνισμώ μετ’ άκρας ρυθμικότητος και κανονικότητος διαφόρους συντακτικάς ασκήσεις ενοργάνους και ανοργάνους και έψαλαν διάφορα άσματα”[70].
————————————
[1] Κουλούρη Χριστίνα, 1997.
23. “Το παρελθόν επεβουλεύετο συστηματικώς μεν αλλ’ υπούλως και, το πλείστον, αφανώς την πατρίδα ημών […] Ουχ ήττον συστηματικώς απέφευγεν η πεσούσα βασιλεία την σωματικήν άσκησιν της νεολαίας, ούτε εις το συμφέρον αυτής ως δυνάμεως αποβλέπουσα, ούτε εις το συμφέρον αυτής ως κορυφής του εθνικού πολιτισμού· διότι αμφότερα απήτουν την σύγχρονον άσκησιν του σώματος και της ψυχής του λαού”: Εφημερίς των Φιλομαθών 11 (1863), σ. 4-5.
24. Φαίνεται πως έγιναν κάποιες προσπάθειες για την εισαγωγή της οπλασκίας στο Πανεπιστήμιο, το οποίο προμηθεύθηκε εκατοντάδες σπάθες γερμανικού τύπου και οι φοιτητές ξεκίνησαν την εξάσκηση υπό την επίβλεψη του Ν. Πύργου, που πρόσφερε τις υπηρεσίες του δωρεάν. Ο αρχικός ενθουσιασμός όμως εξέπνευσε σύντομα και τα σπαθιά τάφηκαν στα υπόγεια του Πανεπιστημίου απ’ όπου ανασύρθηκαν 30 χρόνια αργότερα για να δωρηθούν στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο. [Ι. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 11.
25. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α’, σ. 188-189.
26. Στο ίδιο, σ. 192-193. Για την εφαρμογή του διατάγματος εκδόθηκαν δύο εγκύκλιοι που καθόριζαν τις λεπτομέρειες της διδασκαλίας των στρατιωτικών ασκήσεων. Βλ. στο ίδιο, σ. 194-198. Πβ. εξάλλου τις προτάσεις του Δ. Σ. Μαυροκορδάτου, την ίδια χρονιά, για εισαγωγή της γυμναστικής στα σχολεία ως τη βάση της “στρατιωτικής του έθνους ανατροφής”: Υπομνημάτιον περί της εκπαιδεύσεως του λαού, Αθήνα 1872 (β΄ έκδ.), σ. 34, 49, 66.
27. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α’, σ. 206-221. Ο Κανονισμός κυκλοφόρησε σε αυτοτελές τεύχος, του οποίου εκτός από την έκδοση των Αθηνών (1877) γνωρίζω, χάρη στην πληροφορία του Χ. Λούκου, και την έκδοση της Σύρου: Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, Στρατιωτικός Κανονισμός των μαθητών των Γυμνασίων του Κράτους, Σύρος, τυπ. Γρηγορίου Κανέλλου, 1877.
28. Αθ. Ευταξίας, “Εισηγητική Έκθεσις”, ΦΕΚ Α΄ 255, 20 Νοεμβρίου 1899, σ. 941. Πρόκειται για την εγκύκλιο 7865/25 Οκτωβρίου 1877 “Περί διακοπής των στρατιωτικών ασκήσεων”. Βλ. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α’, σ. 222.
29. Στο ίδιο, σ. 224-225. Η διδασκαλία της γυμναστικής στα γυμνάσια ξεκινά με την ανόργανη γυμναστική “ως προπαρασκευαστικήν της διά γυμναστηρίων μηχανημάτων εισαχθησομένης ασκήσεως”: Εγκύκλιος 3928 (17 Μαΐου 1880) του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως προς τους γυμνασιάρχες. Ευχαριστώ τον Τρ. Σκλαβενίτη που μου γνωστοποίησε αυτή την εγκύκλιο. Μετά το 1880 φαίνεται πάντως πως σε κάποια γυμνάσια διορίστηκαν γυμναστές οι οποίοι είχαν εκπαιδευτεί στο Δημόσιο Γυμναστήριο που λειτουργούσε από το 1868. Βλ. εδώ, σ. 94.
30. Το πρώτο σχολικό γυμναστήριο που ιδρύθηκε ήταν του Βαρβακείου Λυκείου. Βλ. Ε. Παυλίνης, Ιστορία της γυμναστικής, Αθήνα, Ο.Ε.Σ.Β., 1953, σ. 402.
31. Για πρώτη φορά τώρα ο βαθμός της γυμναστικής συμψηφίζεται με τους υπολοίπους. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α’, σ. 228-229. Βλ. και στο ίδιο, σ. 230.
32. Β.Δ. 24 Ιανουαρίου 1883 “Περί γυμναστικής των μαθητών των ελληνικών σχολείων”: στο ίδιο, σ. 231. Πβ. και σ. 232.
33. Ε. Παυλίνης, ό.π., σ. 403-404. Στην ίδια εκείνη συγκυρία δημοσιεύθηκαν και κάποια από τα πρώτα εγχειρίδια γυμναστικής, και τα δύο από τον Ν. Πύργο. Το πρώτο, Παιδαγωγική ανόργανος γυμναστική, εκδόθηκε το 1878 από τον Σύλλογο προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων (αρ. 24) και επανεκδόθηκε το 1880. Το δεύτερο, συνέχεια του πρώτου, Παιδαγωγική ημιοργανική γυμναστική, εκδόθηκε επίσης το 1880 (αρ. 46).
34. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α’, σ. 233-234. Οι μαθητές βαθμολογούνται στις στρατιωτικές ασκήσεις με δύο βαθμούς, έναν για τη “δεξιότητα και επίδοσιν” και έναν για την “πειθαρχικήν διαγωγήν”, οι οποίοι συνυπολογίζονται στην τελική βαθμολογία. Προβλέπεται και πάλι η ομοιόμορφη ενδυμασία -μόνο κατά τις ασκήσεις ωστόσο- την οποία οι άποροι μαθητές αποκτούν με δαπάνη του δημοσίου. Οι στρατιωτικές ασκήσεις εισάγονται υποχρεωτικά μόνο στα γυμνάσια, αλλά “εφ’ όσον είναι εφικτόν”, το μάθημα μπορεί να εισαχθεί με βασιλικό διάταγμα και στην τρίτη τάξη των Ελληνικών σχολείων.
35. Στο ίδιο, σ. 237-238.
36. Στο ίδιο, σ. 264-266.
37. Στο ίδιο, σ. 271-278. Ο Στρατιωτικός Κανονισμός του 1884, σε αντίθεση με αυτόν του 1876, δεν αναφέρει τις πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους μαθητές που τυχόν υποπίπτουν σε παραπτώματα ενώ περιγράφει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τη στολή που είναι υποχρεωμένοι να φορούν.
38. [Ι. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 15-16. Εναντίον των στρατιωτικών ασκήσεων και υπέρ της διδασκαλίας μόνο της γυμναστικής είχαν ταχθεί, όπως φαίνεται, οι γυμναστές της εποχής. Πβ. Ευ. Παυλίνης, “Το έργον του Φωκιανού” στο Ιωάννης Φωκιανός 1845-1896. Αναμνηστική έκδοσις επί τη συμπληρώσει τριακονταετίας από του θανάτου του, Αθήνα, Ένωσις Γυμναστών, 1926, σ. 16.
39. Στρατιωτική κατεύθυνση στη γαλλική γυμναστική είχε δοθεί από τις αρχές του αιώνα από τον Amoros. Ο Amoros, ισπανικής καταγωγής, διηύθυνε στο Παρίσι από τα 1834 ως το 1857 ένα γυμναστήριο όπου διδασκόταν μια γυμναστική ακροβατική και στρατιωτική σύμφωνη με τις αρχές που είχε διατυπώσει στο εγχειρίδιό του Nouveau manuel complet d’éducation gymnastique et morale (1830). Βλ. D. Laty, Histoire de la gymnastique en Europe de l’Antiquité à nos jours, Παρίσι, PUF, 1996, σ. 212-215.
40.Ι. Αργυριάδης, Έκθεσις περί των εν Αθήναις Γυμνασίων και Ελληνικών Σχολείων… του σχολικού έτους 1875-6, [Αθήνα 1876], σ. 72· βλ. και σ. 66-67, 69.
41. Βλ. π.χ. τις απόψεις του Ι. Φωκιανού όπως διατυπώνονται σε λόγο που εκφώνησε το 1889: Ιωάννης Φωκιανός…, ό.π., σ. 33-36. 42. Ε. Weber, “Gymnastics and Sports in Fin-de-Siècle France: Opium of the Classes?”, American Historical Review 76 (Φεβρ. 1971), σ. 97.
42. Ε. Weber, “Gymnastics and Sports in Fin-de-Siècle France: Opium of the Classes?”, American Historical Review 76 (Φεβρ. 1971), σ. 97. 43. P. C. McIntosh – J. G. Dixon – A. D. Munrow – R. F. Willetts, ό.π., σ. 131-132. 44. Παρά τις πρώιμες βαυαρικές επιδράσεις, η Ελλάδα ακολουθεί τη Γαλλία ως προς το χρονολογία εξάπλωσης της σωματικής άσκησης. Παρουσιάζει δηλ. παρόμοια καθυστέρηση, σε σχέση τουλάχιστον με την ανάπτυξη της γυμναστικής σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Σουηδία, Τσεχία, Ελβετία. Ο όρος “φυσική αγωγή” εξάλλου δεν έχει καθιερωθεί κατά την περίοδο που εξετάζουμε -υποθέτω πως δεν συναντάται καν- αλλά αποτελεί ύστερα μετάφραση των αντίστοιχων ξένων όρων “physical education” και “éducation physique”, που όμως σημαίνουν “σωματική αγωγή”. 45. Ε. Weber, ό.π., σ. 75.
43. P. C. McIntosh – J. G. Dixon – A. D. Munrow – R. F. Willetts, ό.π., σ. 131-132.
44. Παρά τις πρώιμες βαυαρικές επιδράσεις, η Ελλάδα ακολουθεί τη Γαλλία ως προς το χρονολογία εξάπλωσης της σωματικής άσκησης. Παρουσιάζει δηλ. παρόμοια καθυστέρηση, σε σχέση τουλάχιστον με την ανάπτυξη της γυμναστικής σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Σουηδία, Τσεχία, Ελβετία. Ο όρος “φυσική αγωγή” εξάλλου δεν έχει καθιερωθεί κατά την περίοδο που εξετάζουμε -υποθέτω πως δεν συναντάται καν- αλλά αποτελεί ύστερα μετάφραση των αντίστοιχων ξένων όρων “physical education” και “éducation physique”, που όμως σημαίνουν “σωματική αγωγή”.
45. Ε. Weber, ό.π., σ. 75. 46. M. Spivak, “L’éducation physique et le sport français, 1852-1914”, Revue d’histoire moderne et contemporaine 24 ( Ιαν.-Μάρτ. 1977), σ. 40. Για την πρώτη περίοδο ανάπτυξης της γυμναστικής στη Γαλλία (18ος αι. – 1870), βλ. J. Defrance, “Esquisse d’une histoire sociale de la gymnastique (1760-1870)”, Actes de la recherche en sciences sociales 6 (1976), σ. 22-
46 και D. Laty, ό.π
46. M. Spivak, “L’éducation physique et le sport français, 1852-1914”, Revue d’histoire moderne et contemporaine 24 ( Ιαν.-Μάρτ. 1977), σ. 40. Για την πρώτη περίοδο ανάπτυξης της γυμναστικής στη Γαλλία (18ος αι. – 1870), βλ. J. Defrance, “Esquisse d’une histoire sociale de la gymnastique (1760-1870)”, Actes de la recherche en sciences sociales 6 (1976), σ. 22-46 και D. Laty, ό.π.
47. Ε. Παυλίνης, “Το έργον του Φωκιανού” στο Ιωάννης Φωκιανός…, ό.π., σ. 14.
48. Στις δύο ανώτερες τάξεις του γυμνασίου οι μαθητές, εφόσον είναι άνω των 14 ετών, ασκούνται στις στρατιωτικές ασκήσεις.
49. Βλ. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α’, σ. 39-40 και τ. Β’, σ. 118-120. Το 1887, με το νόμο ,ΑΧΙΑ’, διορίζονται γυμναστές και βοηθοί των γυμναστικών ασκήσεων στα γυμνάσια και στα Ελληνικά σχολεία. Ο μηνιαίος μισθός των γυμναστών ανέρχεται σε 120 δρχ.: στο ίδιο, τ. Α’, σ. 298-299. Με την ίδια εξάλλου ημερομηνία, 20 Δεκεμβρίου 1887, δημοσιεύεται ο νόμος , ΑΧΗ’ “Περί του κεντρικού γυμναστηρίου” στο οποίο λογίζεται προσαρτημένη η σχολή γυμναστών. Στο γυμναστήριο μπορούν να ασκούνται εκτός από τους εκπαιδευόμενους γυμναστές και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου καθώς και άλλοι πολίτες: στα ίδιο, τ. Β’, σ. 137-138.
50. [Ι. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 20
51. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α’, σ. 283-284. Με το βασιλικό διάταγμα της 12 Φεβρουαρίου 1886 εξάλλου διορίζεται γενικός επόπτης των στρατιωτικών ασκήσεων, ο οποίος έχει τη γενική εποπτεία της στρατιωτικής εκπαίδευσης των μαθητών σε όλο το κράτος: στο ίδιο, τ. Α’, σ. 286-287. Γενικός επόπτης θα διορισθεί εκ νέου από την κυβέρνηση Τρικούπη, με παρόμοιες αρμοδιότητες: νόμος ,ΑΨΚΓ’ (22 Μαρτίου 1889), στο ίδιο, τ. Α’, σ. 300-301.
52. Εγκύκλιος 16517 (20 Νοεμβρίου 1885), στο ίδιο, τ. Α’, σ. 285. 53. Χαρ. Παπαμάρκος, Αναλυτικόν πρόγραμμα των μαθημάτων… δημοτικού σχολείου των αρρένων…, Αθήνα 1890, σ. 83-84.
54. “Κανονισμός της Σχολής Γυμναστών της ιδρυθείσης υπό του υπό προστάτη τη Α.Β.Υ. τω Διαδόχω Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου”, 13 Νοεμβρίου 1892, Αρχείο Π.Γ.Σ.
55. “Κανονισμός της Σχολής των Διδασκαλισσών της Γυμναστικής της ιδρυθείσης υπό του υπό προστάτη τη Α.Β.Υ. τω Διαδόχω Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου”, 13 Νοεμβρίου 1892, Αρχείο Π.Γ.Σ.
56. Την 18 Μαΐου 1891 δεκαπέντε μαθήτριές της απευθύνουν με επιστολή τους προς τον πρόεδρο του Π.Γ.Σ. το αίτημα να τους δοθούν δωρεάν εισιτήρια για την παρακολούθηση των πρώτων αγώνων του Π.Γ.Σ.
57. Το Μάρτιο 1891, η επί των Ολυμπίων και κληροδοτημάτων επιτροπή είχε παραχωρήσει μια αίθουσα του Ζαππείου “προς άσκησιν γυμναστριών […] υπό τον όρον, ότι ούτε επί των τοίχων ούτε επί του δαπέδου της παραχωρηθησομένης αιθούσης θα προσαρμοσθώσιν μόνιμα γυμναστήρια, ούτε άλλη τις θα προσγένηται επί τούτων βλάβη”: Επιστολή 4 Μαρτίου 1891 (αρ. πρωτ. 95) προς Π.Γ.Σ., Αρχείο Π.Γ.Σ.
58. Βλ. “Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου”, Συνεδρίαση 10η, 29 Δεκεμβρίου 1892. 59. Βλ. Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Επετηρίς 1902-1903, Αθήνα 1903, σ. 5.
60. Βλ. εδώ, σ. 219.
61. Πβ. και το επαινετικό για το έργο του Ευταξία άρθρο του Θ. Αποστολόπουλου, δικηγόρου και συγγραφέα διδακτικών εγχειριδίων: “Η γυμναστική εν Ελλάδι”, Το παιδευτικόν σύστημα εν Ελλάδι, Αθήνα 1902, σ. 223-227 (αναδημοσιεύεται από την εφ. Καιροί, 17 Απριλίου 1900).
62. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Β’, σ. 180-185. Το διάταγμα, εκτός από τον οργανισμό της σχολής γυμναστών, περιέχει και κανονισμό του κεντρικού γυμναστηρίου. Χαρακτηριστικό είναι το πνεύμα της πειθαρχίας που διέπει τη συμπεριφορά των γυμναζομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 9, “εις ουδένα των ασκουμένων επιτρέπεται να συνδιαλέγηται εν τω γυμναστηρίω μετά των συμμαθητών αυτού μεγαλοφώνως ή χαριεντίζηται, να σκώπτη και να λοιδορή”.
63. Η λειτουργία της καθορίστηκε με τον “Κανονισμον της εν Αθήναις ιδρυμένης ειδικής γυμναστικής σχολής” (Β.Δ. 14 Δεκεμβρίου 1897), στο ίδιο, τ. Β’, σ. 191-193. Για τους αποφοίτους της Σχολής αυτής, που αποτελούν τη δεύτερη στην ουσία γενιά γυμναστών μετά τους μαθητές του Φωκιανού, βλ. ΠΑΕΑ 3 (1900-1901), σ. 2.
64. Πβ. εδώ, σ. 195.
65. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Β’, σ. 194-196. Για την εκπαίδευση των διδασκαλισσών ως τη δεκαετία του 1890, βλ. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Η Μέση Εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Αθήνα, Ι.Α.Ε.Ν., 1986. Μέριμνα για τη σωματική άσκηση των κοριτσιών -εκείνων που φοιτούν στα δημόσια σχολεία μέσης εκπαιδεύσεως των αρρένων- λαμβάνεται επίσης το 1920: Νόμος 2476 (24 Ιουνίου 1920). Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Α’, σ. 637.
66. Δ. Αντωνίου, ό.π., τ. Β’, σ. 194-196.
67. Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Τμήματος της Ενώσεως των Ελληνίδων ήταν η Αικατερίνη Λασκαρίδου, η οποία διηύθυνε από το 1892 και τη σχολή γυμναστριών του Π.Γ.Σ., ενώ στο υπόλοιπο διοικητικό συμβούλιο εμφανίζονται μερικές από τις πιο γνωστές κυρίες της αθηναϊκής κοινωνίας (Ε. Κετσέα, Β. Αγελάστου, Α. Π. Κουντουριώτου, Άννα Σπ. Λάμπρου κ.ά.). Βλ. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 224. Ο Π.Γ.Σ. εξάλλου παραχωρεί το 1898 το γυμναστήριό του για την άσκηση των μαθητριών του Παρθεναγωγείου του Συλλόγου των Κυριών: “Πρακτικά Δ.Σ. του Π.Γ.Σ.”, συνεδρίαση 75η, 18 Δεκεμβρίου 1898. Το 1899, μαθήτριες από 6 έως 14 ετών καθώς και 32 υποψήφιες δασκάλες γυμναστικής γυμνάζονται σε αίθουσα του Ζαππείου που τους έχει παραχωρηθεί, με γυμνάστρια την Ελπίδα Τσοντάκη.
68. [Ι. Ε. Χρυσάφης], ό.π., σ. 44-45.
69. Ιδιωτικά σχολεία παρουσιάζονται, προς τα τέλη του αιώνα, να εξοπλίζονται με γυμναστήρια και να συγκροτούν ομάδες με τις οποίες μετέχουν στις αθλητικές συναντήσεις. Πβ. ΠΑΕΑ 1 (1898-9), σ. 232. 70. Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, Επετηρίς 1902-1903, Αθήνα 1903, σ. 11. .

 

Advertisements

One thought on “Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s